The Spurs Way: An Analytics Breakdown

Η αγωνιστική χρονιά που ολοκληρώθηκε στις 11 Οκτωβρίου, με τη στέψη των Los Angeles Lakers ως πρωταθλητών, είχε πολλές προφανείς ιδιαιτερότητες αλλά και μία λιγότερο προβεβλημένη, αλλά εξαιρετικά σημαντική στη βίβλο του NBA. Η σεζόν 2019-20 ήταν η μοναδική, από τη στιγμή που ο Gregg Popovichανέλαβε εξ’ ολοκλήρου τα ηνία του franchise, που οι San Antonio Spurs δε κατάφεραν να κερδίσουν τη συμμετοχή τους στην post season. 

Στα 23 αυτά χρόνια, η πόλη των 1.6 εκατομμυρίων κατοίκων με την πλούσια στρατιωτική ιστορία, είχε την τύχη να απολαμβάνει μια ομάδα μπάσκετ που αποτελούσε το απόλυτο μοντέλο σταθερότητας και καινοτόμου σκέψης στη λίγκα. 

Από τη σεζόν 1997-98 ως το παρόν, οι Spurs έχουν τις περισσότερες νίκες και το καλύτερο ποσοστό επιτυχίας σε όλο το NBA (1260 / 69%), την καλύτερη αμυντική επίδοση με 94.2 πόντους μέσο παθητικό και την ένατη καλύτερη επίθεση με 100.1 πόντους μέσο όρο. Οι επιδόσεις αυτές μεταφράστηκαν σε 5 τίτλους NBA και έξι τελικούς συνολικά, τρία ταξίδια ως τον τελικό της Δυτικής Περιφέρειας, έξι συμμετοχές στα ημιτελικά της και έξι αποκλεισμούς στον πρώτο γύρο της post season. 

Το επίτευγμα των «Silver & Black» αποκτά μεγαλύτερη αξία, αν κανείς αναλογιστεί ότι έλαβε χώρα στην εποχή του ολοένα αυξανόμενου salary cap, της ασταμάτητης μεταβλητότητας των roster και της έκρηξης των συμβολαίων των superstars. Οι Spurs δεν έμπλεξαν ποτέ σε πλειστηριασμούς για μεγάλα ονόματα, έχοντας ως θεμέλιο λίθο και μέτρο σύγκρισης τον Tim Duncan και τη νοοτροπία του. Ο πρώην κολυμβητής εξαιρετικών προδιαγραφών, έθεσε το στάνταρ για τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας, προσαρμόζοντας το συμβόλαιό του ανάλογα με τις ανάγκες της και θέτοντας τον εαυτό στην υπηρεσία της με κάθε τρόπο. Έτσι, το καμάρι του San Antonio είχε τη δυνατότητα να είναι πάντα ανταγωνιστικό, προσελκύοντας παίκτες που κούμπωναν απόλυτα στο παζλ του roster του και σε συνδυασμό με καλές επιλογές στο draft που βελτιώνονταν μέσα από τη δουλειά της ομάδας, ήταν πάντα μέσα στους υποψήφιους για να φτάσουν μακριά στη σεζόν. 

Κάθε πορεία με τέτοια διάρκεια στο χρόνο, είναι αδύνατο να έχει τη μορφή μιας ευθείας αταλάντευτης γραμμής και το ταξίδι της ομάδας του Texas δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η ιστορία της χωρίζεται σε πέντε μικρότερες περιόδους, βασισμένες στα πρόσωπα, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, την αγωνιστική φιλοσοφία και τη στατιστική αποτύπωση. 

Οι GotGameXperts επιχειρούν μια εις βάθος ανάλυση στο «φαινόμενο Spurs», ψηλαφώντας παράλληλα την επιρροή του σε κάθε σημείο του παιχνιδιού, τόσο εντός όσο και εκτός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου. 

(1998 – 2001) ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο TIM

Τη σεζόν 1996-97, οι San Antonio Spurs με προπονητή τον Bob Hill, superstar τον David Robinson και παρακαταθήκη τις 59 νίκες της προηγούμενης χρονιάς, φάνταζαν ως ένα από τα φαβορί για το χρίσμα της Δυτικής Περιφέρειας στους τελικούς του NBA. Λιγότερους από είκοσι αγώνες μετά την έναρξή της, ο Robinson ήταν εκτός δράσης με σοβαρό τραυματισμό, ο Bob Hill είχε αντικατασταθεί από τον, τέως στρατιωτικό και με ελάχιστη εμπειρία σε υψηλό επίπεδο, Gregg Popovich και η ομάδα ήταν σε «tankingmode» για καλύτερο πλασάρισμα στη λοταρία του επερχόμενου draft. Στόχος της, όπως και όλων των ομάδων που είχαν ένα φάκελό με το σήμα τους να ανακατεύεται στην κληρωτίδα, ο center του Wake Forest ονόματι Tim Duncan. 

H εύνοια της λοταρίας έφερε τον Duncan στο Texas, δημιουργώντας μια σύγχρονη εκδοχή των Twin Towersπου είχαν λανσάρει οι Rockets τη δεκαετία του 80 (με τους Hakeem Olajuwon και Ralph Sampson), με αυτόν στο ρόλο του power forward. Από τη σεζόν 1997-98 μέχρι και αυτή του 2000-01, οι Spurs κατέκτησαν ένα τίτλο και έθεσαν τις βάσεις της μετέπειτα δυναστείας τους. 

Ο Popovich, έχοντας ταυτόχρονα και το ρόλο του general manager, κράτησε γύρω από τον φέρελπι rookie τη μαγιά των βετεράνων της προηγούμενης σεζόν, με το μέσο όρο ηλικίας της ομάδας στην πρώτη τετραετία της πορείας της να είναι 29.8 έτη (2.1 πάνω από το μέσο όρο της λίγκας). 

Ο ρυθμός των αγώνων εκείνης της εποχής στο NBA είχε σαν πρότυπο τους Bulls του Michael Jordan, με την πλειοψηφία των ομάδων να κινείται σε χαμηλό τέμπο (90.4 κατοχές ανά παιχνίδι ο μ.ο. της λίγκας), έχοντας τη φιλοσοφία η μπάλα να περνάει πρώτα από το low post και μετά να μοιράζεται στην περιφέρεια. Οι Spurs, έχοντας υλικό άριστα δομημένο γι’ αυτό τον τρόπο παιχνιδιού, έπαιρναν το 42.6% των πόντων τους από το ζωγραφιστό, με τους πρώτους σκόρερ Robinson και Duncan να έχουν μαζί 39.6 πόντους σε 28.9 προσπάθειες ανά παιχνίδι, από τους 94.4 της ομάδας σε 77 προσπάθειες. 

Παράλληλα, ενώ τα δύο πρώτα χρόνια τα «Σπιρούνια» δεν βρήκαν τρόπο να αξιοποιήσουν το τρίποντο (14οικαι 19οι σε ποσοστό ευστοχίας / 23οι και 25οι σε προσπάθειες αντίστοιχα), στην αρχή της νέας χιλιετίας εκμεταλλεύτηκαν και αυτό το όπλο (1οι σε ποσοστό ευστοχίας το 2004 / 15οι σε προσπάθειες). 

Μαζί με την αποδοτικότητα έξω από τα 7.25, η ομάδα του San Antonio εμφάνισε και κάποια ακόμα χαρακτηριστικά που θα την ακολουθούσαν σε όλη την πορεία αυτών των 20 και πλέον χρόνων. Αρχικά ήταν μια από τις ομάδες με τα λιγότερα λάθη (15.1 μ.ο. 4ετίας), τερματίζοντας χαμηλότερα από τη 15η θέση μόλις τέσσερις φορές σε 23 χρόνια. Δεύτερο στοιχείο ήταν η άμυνά της (97.8 Def. Rating), που συγκαταλέχθηκε 18 φορές στην πρώτη πεντάδα και τρίτο οι assist (22.1 μ.ο.), όπου φιγούραρε 14 φορές στο πρώτο μισό της λίγκας, τις δέκα από αυτές στην πρώτη δεκάδα. 

Παράλληλα, εμφανίστηκε και η πληγή από την γραμμή των ελεύθερων βολών (71.2% ποσοστό 4ετίας / 3% χαμηλότερο στη λίγκα), που ταλαιπώρησε το σύνολο του «Pop» μέχρι και το 2012, καθώς σε 15 σεζόν η καλύτερη θέση που κατέλαβε σε αυτή την κατηγορία ήταν η 15η το 2007. Είναι εντυπωσιακό ότι στις επόμενες οκτώ σεζόν, οι Spurs τερμάτισαν έξι φορές στην πεντάδα του πρωταθλήματος στις βολές. 

Με τις βάσεις να έχουν τεθεί, το σύνολο του Gregg Popovich χρειαζόταν απλά μερικές διορθωτικές κινήσεις, ώστε να είναι έτοιμο να κυριαρχήσει στο μαγικό κόσμο του NBA. 

(2002 – 2007) THE BIG 3

Η εξαετία που ακολουθεί είναι μια η χρυσή περίοδος στην ιστορία του franchise, καθώς κατακτά τρεις τίτλους, φτάνει δύο φάσεις μακριά από τουλάχιστον ένα «three-peat» και ορίζεται πλέον ως το χρυσό standard της λίγκας. 

Ο R.C. Buford αναλαμβάνει καθήκοντα general manager, o David Robinson κρεμάει μετά τον τίτλο του 2003 τα παπούτσια του και το roster ανανεώνεται (28.8 έτη μ.ο ηλικίας). Ταυτόχρονα η ομάδα αρχίζει να αποκτά ένα διεθνή αέρα, λόγω της συνεχούς εισροής παικτών με καταγωγή εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, με τα δύο πιο γνωστά ονόματα από τη λεγεώνα των ξένων του San Antonio να είναι φυσικά οι Tony Parker και ManuGinobili. 

Mε τη σταδιακή προσαρμογή των δύο νεαρών παικτών στη φιλοσοφία του Popovich, η μοναδική ομάδα από το ABA που κατέκτησε πρωτάθλημα μετά τη συγχώνευση άρχισε να ανοίγει νέους δρόμους στον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι. Επίκεντρο κάθε ενέργειας ήταν απαρέγκλιτα ο Duncan (28.4% Usage Rate 6ετίας), που ανταποκρίθηκε απόλυτα στο διττό ρόλο να κουβαλήσει την ομάδα και ταυτόχρονα να εντάξει παίκτες από όλο τον κόσμο στο «Spurs Way», κερδίζοντας παράλληλα δύο διαδοχικά βραβεία MVP σε αυτό το διάστημα. 

Τα στοιχεία που έβαλαν οι Spurs στο παιχνίδι τους και αποτέλεσαν οδηγό για την πορεία του πρωταθλήματος στα επόμενα χρόνια, ήταν ο τερματισμός της στατικότητας της ομάδας σε επιθέσεις από το post και μια φιλοσοφία στη δημιουργία και την εκτέλεση που προσεγγίζει αρκετά την περίοδο των analytics που διανύουμε. 

Η κυριαρχία των μεγάλων centers στα τέλη της δεκαετίας του 90 και τις αρχές του 2000 (Olajuwon, Robinson, Ewing, O’Neal), είχε σαν αποτέλεσμα όταν πηγαίνει η μπάλα σε αυτούς, η υπόλοιπη ομάδα να είναι στελεχωμένη από σουτέρ που απλά ανοίγουν το χώρο, περιμένοντας ακίνητοι μια πάσα για να εκτελέσουν. 

Για τους Spurs, το post up έγινε προετοιμασία για δυναμική επίθεση τόσο από τη ρακέτα όσο από την περιφέρεια, με τον Duncan να διαβάζει τη φάση και τους υπόλοιπους με κοψίματα, drives και «ζωντανό» passing game να αναζητούν την καλύτερη επιλογή, Με αυτό το σκεπτικό έφτασαν σταδιακά όγδοοι από 28οιστις εύστοχες προσπάθειες από assist και από 9οι σε πόντους μέσα στη ρακέτα έπεσαν 17οι , διευρύνοντας αισθητά το παιχνίδι τους και θέτοντας τις πρώτες βάσεις για το «total basketball» που θα παρουσίαζαν αργότερα. 

Παράλληλα, κόντρα στην επικρατούσα τάση του πρωταθλήματος, η ομάδα του San Antonio βρέθηκε πέμπτη από 17η σε ποσοστό πόντων από το τρίποντο (1.7% πάνω από το μ.ο. της λίγκας στην 6ετία), απομακρυνόμενη ταυτόχρονα από το σουτ μέσης απόστασης (4.2% κάτω από το μ.ο. της λίγκας στο ίδιο διάστημα). 

Επιπρόσθετα, τα «Σπιρούνια» παρέμειναν ένα εξαιρετικό αμυντικό σύνολο (6.3 πόντους πάνω από το μέσο Def. Rating του NBA) κινούμενα σε τέμπο χαμηλότερο από την υπόλοιπη λίγκα (89.4 κατοχές μ.ο / 1,4 κάτω από το μ.ο. του NBA), ενώ παρουσίασαν σταδιακή βελτίωση και στον τομέα των λαθών, όπου από την 23η θέση της σεζόν 2002-03 αναρριχήθηκαν στην πέμπτη το 2007. 

Η νίκη επί του νεαρού Lebron James στους τελικούς του 2007, ήταν ο κολοφώνας αυτού που ονομάστηκε «Spurs Basketball» στα μέσα των 00’s και σηματοδότησε την αλλαγή κλίματος στη λίγκα, μια αλλαγή που έφερε την ομάδα του Texas σε ρόλο παρατηρητή από τη θέση του οδηγού. 

(2008 – 2011) ΟLD BORING SPURS

Η καταπόνηση από τα συνεχή εις βάθος ταξίδια στην post season, σε συνδυασμό με την ανάδυση νέων δυνάμεων στη Δυτική Περιφέρεια και την επιρροή στο παιχνίδι της «7 Second Or Less» φιλοσοφίας των Phoenix Suns του Mike D’Antoni, ήταν καταλυτικές παράμετροι για τους Spurs της επόμενης τετραετίας. 

Οι τραυματισμοί αρχίζουν να ταλαιπωρούν τακτικά τους «Big 3», που χάνουν συνολικά 129 παιχνίδια κανονικής περιόδου σε αυτό διάστημα και όταν βρίσκονται στο παρκέ αγωνίζονται 30+ λεπτά ανά παιχνίδι έχοντας και οι τρεις 26.5%+ Usage.

Ο ρυθμός του παιχνιδιού τους γίνεται ακόμα πιο αργός (δύο κατοχές ανά παιχνίδι κάτω από το μ.ο. 4ετίας στη λίγκα), το roster είναι όλο και πιο γερασμένο (29.8 έτη μ.ο / 3 έτη πάνω από το μ.ο. της λίγκας) και το στοχευμένο και μονότονο παιχνίδι τους ωχριά σε ομορφιά, συγκρινόμενο με το πιο «ανοιχτό» παιχνίδι που υιοθετείται σταδιακά από τις υπόλοιπες ομάδες. 

Παρ’ όλα αυτά, οι Spurs συνεχίζουν να πρωταγωνιστούν στο πρωτάθλημα, έχοντας σε αυτά τα τέσσερα χρόνια 55 νίκες μέσο όρο, μία συμμετοχή στους τελικούς της Δύσης, μία στον ημιτελικό και δύο αποκλεισμούς στον πρώτο γύρο της post season.

Παρά τη δοκιμασία της ομοιογένειας εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου εξαιτίας των απουσιών, η ομάδα παραμένει μια από τις αποδοτικότερες στο πρωτάθλημα (τρεις φορές Top 10 σε FG% / δύο φορές Top 5 σε 3p%) και εξακολουθεί να είναι από τις ομαδικότερες και ταυτόχρονα τις πιο προσεκτικές (21.7 assists – +0.5 / 12.8 λάθη – 1.3 λιγότερα από τη λίγκα). Παράλληλα, συνεχίζει να μειώνει το σκοράρισμα μέσα στο «ζωγραφιστό» αυξάνοντας παράλληλα τους πόντους της έξω από τη γραμμή του τρίποντου (-1.5% από τη λίγκα – 39.4% / +3.2% από τη λίγκα – 22.7% αντίστοιχα). Όσον αφορά στην άμυνά τους, οι Spurs έχουν 103.2 πόντους Def. Rating, 4.5 πόντους χαμηλότερο από το μέσο όρο του NBA. 

Σε αυτή τη «βαρετή» τετραετία τους, οι «Silver & Black» αποτέλεσαν το μοντέλο της σταθερότητας και της αποδοτικότητας, δείχνοντας σε όλο το πρωτάθλημα τη σημασία που έχει η δομή στην επιτυχία μιας ομάδας. Συνεχίζοντας να ενσωματώνουν παίκτες από όλο τον κόσμο και επενδύοντας συνειδητά στη βελτίωση και αξιοποίησή των draft picks τους, οι Spurs έδειξαν ένα μονοπάτι προς την κορυφή μακριά από δαπανηρές μεταγραφές και καλοκαιρινά σήριαλ. Ένα δρόμο που είχαν διδαχθεί από τις ιστορικές ομάδες των 90’s και στον οποίο βάδισαν και οι Golden State Warriors για το χτίσιμο της δικής τους δυναστείας. 

Μετά το πέρας της σεζόν 2010-11, οι ιθύνοντες της ομάδας αντιλήφθηκαν την ανάγκη εισροής νέου αίματος στον οργανισμό της και τα βλέμματα τους να ήταν στραμμένα σε ένα λιγομίλητο forward από το San DiegoState, που άκουγε στο όνομα Kawhi Leonard. 

(2012 – 2016) THE BEAUTIFUL GAME

Το καλοκαίρι του 2011, η ομάδα του San Antonio βρισκόταν σε ένα αγωνιστικό και φιλοσοφικό σταυροδρόμι και οι επιλογές της θα καθόριζαν αποφασιστικά το κατά πόσο θα παρέμενε στην ελίτ του NBA ή θα έδινε τη σκυτάλη στις νέες δυνάμεις που σχηματίζονταν σε Ανατολή (Miami Heat – Chicago Bulls) και Δύση (Oklahoma City Thunder – L.A. Clippers). 

Οι Spurs κινήθηκαν σε τρεις άξονες που τους επέτρεψαν, όχι μόνο να παραμείνουν διεκδικητές του τίτλου, αλλά και να ορίσουν το μπάσκετ της νέας εποχής. Αρχικά, ο Gregg Popovich αρχίζει να εφαρμόζει αυστηρό και αδιαπραγμάτευτο έλεγχο των λεπτών συμμετοχής των παικτών του, με σκοπό αφενός να κρατήσει φρέσκους τους βετεράνους και αφετέρου να δώσει πολύτιμα λεπτά συμμετοχής στους νεότερους. Το αποτέλεσμα ήταν ο Tony Parker, που πλέον έχει πάρει τη σκυτάλη του βασικού δημιουργού-οργανωτή της ομάδας από τον Duncan, να είναι ο μόνος παίκτης με μέσο όρο συμμετοχής άνω των 30 λεπτών σε αυτή την πενταετία, ενώ Ginobili και «Timmy» αγωνίζονται 22.3 και 28.4 λεπτά αντίστοιχα. 

Η δεύτερη επιλογή της ομάδας του Texas ήταν το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα προς το παγκόσμιο μπάσκετ, με το 45% του roster αυτής της περιόδου να αποτελείται από μη αμερικανούς παίκτες. Είναι χαρακτηριστικό πως στην τριετία 2013-15, όταν και έφτασε στο απόγειο της απόδοσής της, η σύνθεση του roster της περιλάμβανε κατά 54.2% παίκτες από κάθε γωνιά του πλανήτη, μετατρέποντας τους Spurs σε εκπροσώπους του αθλήματος σε ολόκληρη την υφήλιο. 

Η τρίτη κίνηση, που έδωσε στην ομάδα του San Antonio μια πολύ σημαντική ένεση φρεσκάδας και όρεξης ώστε να συνεχίσει να πρωταγωνιστεί, ήταν μια ανταλλαγή με τους Pacers την ημέρα του draft, που πρόσφερε στην ομάδα της Indiana τον αγαπημένο παίκτη του «Coach Pop» George Hill, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα του Kawhi Leonard που είχε επιλέγει στο νούμερο 15. O forward του San Diego State, που ήρθε σαν ένας εξαιρετικός αμυντικός, με κακό σουτ από μακρινή απόσταση και έλλειψη πρωτοβουλίας στη δημιουργία, εξελίχθηκε σε MVP των τελικών και ίσως στον καλύτερο «two-way» player της λίγκας αυτή τη στιγμή. 

Οι Spurs γίνονται ξανά η ομάδα πρότυπο για το NBA, έχοντας 4.1 πόντους πάνω από το μέσο όρο του NBA στην επίθεση και ταυτόχρονα 4.5 λιγότερους στην άμυνα, κινούμενοι ακριβώς στο ρυθμό του πρωταθλήματος όσον αφορά στις κατοχές. Ταυτόχρονα, παραμένουν αποδοτικότατοι στις επιθετικές τους προσπάθειες (Top 10 του NBA σε FG% και 3P% σε όλη την 5ετία), αυξάνουν το ποσοστό των πόντων που παίρνουν από τρίποντο (23.2%) και «ζωγραφιστό» (43.2%) και αφήνουν όλο και πιο πολύ στην άκρη το σουτ από μέση απόσταση (εκτός Top 15 στα τέσσερα από τα πέντε αυτά χρόνια). 

Ο τομέας όμως που έκανε τον τρόπο παιχνιδιού αυτής της ομάδας να λάβει το χαρακτηρισμό «The BeautifulGame» ήταν η ομαδικότητα. Στα πέντε αυτά χρόνια, οι Spurs ήταν πάντα στην πεντάδα και δύο φορές στην κορυφή του πρωταθλήματος στις assists (+2 από το μ.ο. της λίγκας), έπαιρναν το 61.6% των πόντων τους από τελικές πάσες (+3.2% πάνω από τo μ.ο.) και έφτασαν τη μέση αναλογία assist/λαθών τους στο 1.70. 

Το μέγεθος αυτής της ομαδικότητας, φαίνεται ξεκάθαρα και από το γεγονός ότι οι παίκτες με το μεγαλύτερο Usage σε αυτό το διάστημα ήταν οι Parker και Duncan της σεζόν 2012-13 (27.6%). Η ομάδα είχε κατά μέσο όρο ανά σεζόν σχεδόν 11 παίκτες με συμμετοχή άνω των 15 λεπτών ανά αγώνα και 12 με Usage άνω του 15%, με αποκορύφωμα το 2014-15 όταν 14 παίκτες τελείωσαν με Usage μεγαλύτερο από αυτό το ποσοστό. 

Σε αυτό το διάστημα και με αυτή τη φιλοσοφία, οι Spurs κέρδισαν ένα τίτλο σε δύο συμμετοχές σε τελικούς, ενώ αποκλείστηκαν μία φορά στον τελικό της Δυτικής Περιφέρειας (2012), μια στον ημιτελικό (2016) και μια στον πρώτο γύρο (2015). Παράλληλα, η απόλυτη κυριαρχία τους επί των back to back πρωταθλητών MiamiHeat των Lebron James, Dwayne Wade, Chris Bosh και Ray Allen στους τελικούς του 2014 (στη ρεβάνς της ήττας της προηγούμενη χρονιάς), δεν ήταν απλά η καλύτερη παράσταση σε τελικούς στην ιστορία, αλλά και το απόλυτο «blueprint» για την αγωνιστική κατεύθυνση του αθλήματος στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’10. 

Σε αυτή τη σειρά πέντε αναμετρήσεων επικράτησαν με συνολική διαφορά 70 πόντων, προηγούμενοι με 10+ πόντους σε κάποιο σημείο όλων των ματς, σούταραν με 53% εντός πεδιάς και 47% στα τρίποντα, το 66% των εύστοχων προσπαθειών τους προήλθε από assist και είχαν εννιά παίκτες με πάνω από 10 λεπτά μέση συμμετοχή, δίχως κανένας να ξεπερνά σε Usage το 25.9%. 

Αν κάποιος παρατηρήσει το μπάσκετ του σήμερα θα κάνει δύο σημαντικές διαπιστώσεις. Αφενός θα διαγνώσει πως τα θεμέλιά του βρίσκονται στον τρόπο παιχνιδιού των Spurs εκείνης της πενταετίας και αφετέρου θα δει πως για κάποιο λόγο οι «Silver & Black» γύρισαν την πλάτη σε αυτό που δημιούργησαν, επιλέγοντας να ακολουθήσουν μια μοναχική αγωνιστική πορεία, που τους έφερε στη θέση του κομπάρσου από αυτή του οδηγού για πρώτη φορά σε αυτά τα 20 και πλέον χρόνια.

(2017-2020) THE END OF AN ERA

Από θέμα ομοιογένειας και αφομοίωσης στον τομέα της αγωνιστικής φιλοσοφίας, οι Spurs της τελευταίας τετραετίας βρίσκονται σε παραπλήσιο σημείο με την ομάδα που ξεκίνησε τη δυναστεία τους, κλείνοντας έτσι συμβολικά και τον κύκλο της. Με τη Big 3 να αποσύρεται σταδιακά και τον Leonard να αποχωρεί από το San Antonio με άσχημο τρόπο, οι παράγοντες της ομάδας έφτιαξαν πάλι ένα roster από φερέλπιδες rookies και μπαρουτοκαπνισμένους βετεράνους, δίχως όμως τον διαχρονικό superstar βεληνεκούς Duncan. 

Παράλληλα, το προπονητικό team επέλεξε να απομακρυνθεί από την τάση των analytics που υποβαθμίζει τα οφέλη του σουτ από μέση απόσταση και του παιχνιδιού από το low post, πρεσβεύοντας πως το τρίποντο και το lay up είναι οι μόνες επιθετικές επιλογές με πραγματική αξία. Έτσι, η ομάδα του Texas παρουσίασε μια ομάδα που κινείται σε σχετικά χαμηλό τέμπο, παίρνει το 18.2% των πόντων της από μέση απόσταση (6.8% πάνω από τη λίγκα) και ταυτόχρονα σκοράρει με πολύ μικρότερο ρυθμό τόσο μέσα από τη ρακέτα, όσο και έξω από τα 7.25 (3.2% και 3.6% αντίστοιχα κάτω από το μ.ο. του πρωταθλήματος). 

Αν και κάποια από τα βασικά στοιχεία της φιλοσοφίας τους, όπως η αποδοτικότητα (Top 10 σε FG% και Top 5 σε 3P% τρεις από τις τέσσερις σεζόν) και η αποφυγή των λαθών (Top 5 στη λίγκα τρεις χρονιές), είναι ακόμα παρόντα, τα «Σπιρούνια» έχουν απομακρυνθεί αρκετά από τις αρχές της ομαδικότητας και της αμυντικής προσήλωσης που τα χαρακτήριζαν. Σε αυτή την τετραετία, βρέθηκαν τρεις φορές εκτός Top 10 και δύο εκτός Top 15 στις assists, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια τερμάτισαν 19οι και 25οι σε Def. Rating. 

Ακόμα και σε μια τέτοια περίοδο αναζήτησης ταυτότητας, η ομάδα του San Antonio κατάφερε να φτάσει στον τελικό της Δύσης το 2017, στα επόμενα δύο χρόνια όμως δε μπόρεσε να περάσει τον πρώτο γύρο της postseason και το, ιστορικό μεν με αρνητικό πρόσημο δε, αποτέλεσμα της περυσινής σεζόν, αποτέλεσε το αμείλικτο χρονικό της προδιαγεγραμμένης πορείας της. 

EPILOGUE

Αναλύοντας την πορεία κάθε δυναστείας σε κοινωνικό, ιστορικό αλλά και αθλητικό επίπεδο, υπάρχουν πάντα περίοδοι ακμής και παρακμής, χρονικές στιγμές που αποτέλεσαν οδηγό των εξελίξεων και ορόσημα που αυτές αναπόφευκτα τις ξεπέρασαν. Τα αίτια της πτώσης τις περισσότερες φορές έχουν κοινά χαρακτηριστικά: είτε την αρτηριοσκλήρωση των ηγετών και τη δυσκολία τους στην προσαρμογή στα νέα δεδομένα, είτε την εμφάνιση μιας καινούριας κατάστασης που ηγείται ενός φρέσκου ρεύματος κοινής αποδοχής, φαινόμενα που τελικά οδηγούν στην εσωστρέφεια και την αποδόμηση εκ των έσω. 

Οι San Antonio Spurs, σε αυτό το ταξίδι 23 ετών, πέρασαν από όλες αυτές τις καταστάσεις, όντας ανά διαστήματα πρωτοπόροι, ρηξικέλευθοι, ηγετικοί, βαρετοί, παρωχημένοι και εν τέλει παρατηρητές των εξελίξεων. Μ’ όλα ταύτα, η σημασία του «Spurs Way» σε κάθε τομέα του παιχνιδιού, εντός και εκτός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου, θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλη, δίνοντας αναμφίβολα στους πρωταγωνιστές τη θέση που τους αρμόζει στην ιστορία τόσο του NBA, όσο και του παγκόσμιου μπάσκετ γενικότερα.

by Αθέατος

https://ggx.gr/article/the-spurs-way%3A-an-analytics-breakdown