An Encore For ”The Last Dance”


Η προβολή του documentary «Τhe Last Dance» προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση και αποτέλεσε αναμφισβήτητα το τηλεοπτικό γεγονός στην περίοδο της καραντίνας. Ο σκηνοθέτης Jason Hehir και η ομάδα του μέσα από την εξαιρετική δουλειά τους επανάφεραν στο προσκήνιο τις συζητήσεις σχετικά με τη σύγκριση εποχών στο NBA, αναζωπυρώνοντας ταυτόχρονα το debate για το κατά πόσο εκείνη η ομάδα των Bulls θα μπορούσε να κυριαρχήσει ανεξαρτήτως εποχής.

Με δεδομένο ότι το basket, όπως και κάθε τομέας που εξελίσσεται στο πέρασμα του χρόνου, αποτελεί ένα απόσταγμα συγκοινωνούντων δοχείων κάθε περιόδου, ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μια βουτιά στο παρελθόν μέσα από το σημερινό πρίσμα αξιολόγησης δεδομένων, ώστε να συνθέσουμε μια όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένη εκτίμηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα των Bulls στο basket του σήμερα.

CHAPTER I: THE 80s

Η βάση για τη δημιουργία της δυναστείας των Bulls, αλλά και του μοντέρνου basket γενικότερα, τέθηκε στη δεκαετία του 80, μια περίοδο όπου στην κορυφή του αθλήματος δέσποζαν οι Boston Celtics του Larry Bird και οι Los Angeles Lakers του Magic Johnson. Οι δύο θρύλοι του αθλήματος με τον τρόπο παιχνιδιού αλλά και τη νοοτροπία τους άλλαξαν άρδην την εικόνα του στο ευρύ κοινό, μια εικόνα που είχε πληγεί σοβαρά την ταραχώδη δεκαετία του 70.

Στα, κοινωνικοπολιτικά εκρηκτικά, 70s το NBA έχασε μεγάλο μέρος της αίγλης του, με βασική αιτία την κόντρα του με το ABA σε φιλοσοφικό αλλά και οικονομικό επίπεδο. Η συγχώνευση των δύο διοργανώσεων υπό τη σκέπη του ΝΒΑ τη σεζόν 1976-77 αποτέλεσε μια ένεση φρεσκάδας και θεάματος για τη «γερασμένη» λίγκα, ταυτόχρονα όμως διόγκωσε σε μεγάλο βαθμό την έννοια του παίκτη-star, με το «εγώ» κατά κανόνα να μπαίνει πάνω από το «εμείς» σε μία ομάδα. Η κόντρα Magic – Bird έφερε δομικές αλλαγές στη νοοτροπία των «παροικούντων την Ιερουσαλημ» του NBA τόσο εκτός όσο και εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου.

Ο ξέφρενος ρυθμός των 70s (109.2 ομαδικές κατοχές μέσο όρο ανά παιχνίδι) αντικαταστάθηκε με ένα basket πιο κοντά στα σημερινά δεδομένα (101.6) και ταυτόχρονα οι τελικές πάσες έγιναν μέρος της ομορφιάς του αθλήματος. Στα 80s ο μέσος όρος assist ανά ομάδα έφτασε τις 25.8 και η αναλογία τους προς τις συνολικές κατοχές ήταν μία assist ανά 3.9 κατοχές (24.4 – 1/4.5 αντίστοιχα στη δεκαετία του 70).

Μια ακόμα σημαντική αλλαγή που έφερε η δεκαετία του 80 στο basket, τους καρπούς της οποίας το άθλημα εκμεταλλεύεται πλήρως στο παρόν του, είναι η υιοθέτηση της ιδέας του ΑΒΑ για ένα σουτ τριών πόντων τη σεζόν 1979-80. Ο τρόπος διδαχής του αθλήματος εκείνη την εποχή έκανε τις ομάδες ιδιαίτερα επιφυλακτικές ως προς τα οφέλη μιας προσπάθειας με πολύ μικρό ποσοστό επιτυχίας, αλλά η εμφάνιση στο προσκήνιο των «Bad Boys» του Detroit και της σκληρής, στα όρια του αντιαθλητικού, άμυνάς τους ειδικά μέσα στη ρακέτα, έκανε προπονητές και παίκτες να δουν με άλλο μάτι το σουτ από μακρινή απόσταση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στα πρώτα επτά χρόνια της δεκαετίας, όταν οι Pistons δεν ήταν διεκδικητές του τίτλου, ο μέσος όρος κάθε ομάδας για σουτ τριών πόντων ήταν 1.5 ανά παιχνίδι, αλλά την τριετία που η ομάδα του Detroit έπιασε την κορυφή ο αριθμός αυτός εκτοξεύτηκε στα 5.2 ανά παιχνίδι.

Τα «Πιστόνια», όντας μια ομάδα με ταβάνι στο επιθετικό της ταλέντο, κατάφεραν να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα φέρνοντας το παιχνίδι στα μέτρα τους. Επί κυριαρχίας τους ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ο αριθμός των κατοχών έπεσε κάτω από τις 100 ανά παιχνίδι (99.6 τη σεζόν 1987-88) δίνοντας στον μπασκετικό κόσμο ένα μικρό preview της εικόνας των επόμενων 30 ετών.

CHAPTER II: EARLY 90’s

Ο ερχομός της δεκαετίας του 90 έφερε την απογείωση της δημοτικότητας τoυ NBA με αιχμή του δόρατος τη δυναστεία των Chicago Bulls του Michael Jordan. Η ομάδα του Chicago μπόρεσε να φιλτράρει τις επιρροές των 80s που είχε στο DNA της και να τις προσαρμόσει προς όφελός της τόσο εμφατικά, ώστε επηρέασε τον τρόπο που οι ομάδες κυνηγούσαν τον τίτλο, ακόμα και πολλά χρόνια μετά την διάλυσή της.

Οι δύο τριετίες κυριαρχίας των «Ταύρων» αποτελούν ξεχωριστές ενότητες των 90s με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και η ανάλυσή τους καταδεικνύει ξεκάθαρα την επίδραση της ιστορικής αυτής ομάδας σε όλη τη λίγκα.

Μέχρι τη σεζόν 1993-94, περίοδο που περιλαμβάνει το πρώτο «3Peat» της ομάδας του Chicago και τη χρονιά που ο Jordan δοκίμαζε την τύχη του στο baseball, ο ρυθμός του παιχνιδιού είχε μικρή πτωτική τάση κάθε χρονιά, ξεκινώντας από τις 98.3 κατοχές ανά ομάδα το 1990 και φτάνοντας τις 95.1 το 1994 (μ.ο. πενταετίας 96.9). Με τo πρωτάθλημα να αποτελεί ουσιαστικά μια πιο αθλητική συνέχιση της προηγούμενης δεκαετίας, η φιλοσοφία επίθεσης των ομάδων ήταν κατά κόρον inside out με στόχο τον έλεγχο του ρυθμού και την εύρεση όσο το δυνατό πιο αποδοτικών επιλογών στα σουτ. Οι μεγάλοι centers θεωρούνταν πολυτέλεια και άλλαζαν το επίπεδο ενός franchise και οι ομάδες έχτιζαν την επιθετική τους τακτική περισσότερο πάνω σε παίκτες που μπορούσαν να δημιουργήσουν από το post και να μεταφέρουν δευτερευόντως το παιχνίδι στην περιφέρεια.

Παρά τη μείωση των κατοχών και την αναπόφευκτη αριθμητική πτώση των μέσων όρων στις assists (24.6 ανά παιχνίδι), η νοοτροπία της ομαδικότητας παρέμεινε αναλλοίωτη με την αναλογία μία assist ανά 3.9 κατοχές να παραμένει σταθερή από τα 80s. Ταυτόχρονα το σουτ τριών πόντων αρχίζει και γνωρίζει όλο και μεγαλύτερη αποδοχή από τους προπονητές (14.2 ανά παιχνίδι / 9.3% ποσοστό επί των συνολικών προσπαθειών εντός πεδιάς), όχι όμως εις βάρος της παγιωμένης νοοτροπίας για επίθεση στο καλάθι του αντιπάλου (24% των προσπαθειών για σουτ κατέληγαν σε ελεύθερες βολές / 24.8% στα 80s).

CHAPTER III: THE BULLS EFFECT

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Bulls εισήγαγαν την «τριγωνική επίθεση» στη λίγκα, μια κίνηση που συνέβαλλε καταλυτικά στην κατάκτηση τριών συνεχόμενων τίτλων την τριετία 1991-93. Ο συγκεκριμένος τρόπος επίθεσης είχε σα στόχο τη μερική αποφόρτιση του Michael Jordan από το να κάνει… τα πάντα, την τοποθέτησή του σε σημεία του γηπέδου όπου θα ήταν όσο το δυνατό αποδοτικότερος και παράλληλα την εξέλιξη περισσότερων παικτών εμπιστοσύνης σε κομβικούς δεύτερους και τρίτους ρόλους.

Σε αυτή την τριετία η ομάδα του Chicago ήταν μια από τις πιο «αργές» στο πρωτάθλημα (94.2 κατοχές ανά παιχνίδι / 23η στη λίγκα) σουτάροντας πολύ λίγα τρίποντα (6.3 ανά παιχνίδι / 19η), ταυτόχρονα όμως ήταν και μια από τις πιο αποδοτικές (50% εντός πεδιάς / 5η στη λίγκα), αλτρουιστικές (26.9 assists ανά παιχνίδι / 4η ) και συγκεντρωμένες (12 λάθη ανά παιχνίδι / 2η).

Αμυντικά ο Phil Jackson, με δεδομένη την αδυναμία της ομάδας του κάτω από το καλάθι ελλείψει ενός κυρίαρχου ψηλού, εκμεταλλεύτηκε απόλυτα τον κολοφώνα αθλητικότητας στον οποίο βρίσκονταν οι Jordan – Pippen – Grant. Ο «Zen Master» αρεσκόταν να χρησιμοποιεί σε πολλά παιχνίδια μια άμυνα πίεσης σε όλο το γήπεδο, με κύριους εκφραστές της τους τρεις stars της ομάδας.

Η αποτελεσματικότητα της τακτικής αυτής είναι εμφανής στο σκοράρισμα των αντιπάλων των Bulls (99.8 πόντοι ανά παιχνίδι / 3οι) και στον αριθμό λαθών τους (16.5 ανά παιχνίδι / 9οι) που, σε συνδυασμό με την πάντα καλή τους επίθεση (108.4 πόντοι ανά παιχνίδι / 9οι), τους έφερε στην κορυφή της λίστας του +/- την τριετία κυριαρχίας τους (+9.1 πόντοι μέση διαφορά).

Όσον αφορά στον Jordan, σε αυτή την τριετία στη regular season είχε κατά μέσο όρο 38.4 λεπτά συμμετοχής, 31.4 πόντους (1ος στη λίγκα) με 51.7% εντός πεδιάς, 6.4 rebounds, 5.7 assists, 2.6 κλεψίματα, 2.6 λάθη, 33.1% Usage Rate (ποσοστό plays που η μπάλα περνάει από τα χέρια του / 1ος) και Player Efficiency Rating 29.7 (Average 15.0 / 1ος). Στα playoffs είχε 41.2 λεπτά συμμετοχής, 33.6 πόντους (1ος) με 49.9% εντός πεδιάς, 6.4 rebounds, 6.7 assists, 2.2 κλεψίματα, 2.9 λάθη, 35.9% Usage Rate (1ος) και 29.8 PER (1ος).

Οι επιδόσεις αυτές μετουσιώθηκαν σε δύο regular season MVPs, (91 & 92), τρία Finals MVPs (91-93), τρεις συμμετοχές στην καλύτερη πεντάδα και ισάριθμες στην καλύτερη αμυντική πεντάδα της λίγκας, διακρίσεις που πιστοποιούν ότι ήταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους υποψηφίους.

CHAPTER IV: 95-99

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας σημαδεύεται από τρεις αλλαγές που θα επιτρέψουν στους Bulls να ξαναπάρουν τα σκήπτρα του πρωταθλητή από τους Houston Rockets του Hakeem Olajuwon, υπογράφοντας οριστικά και ανεξίτηλα την είσοδό τους στη σφαίρα του θρύλου.

Η πρώτη σημαντική διαφορά ήταν η μείωση της απόστασης του σουτ τριών πόντων από τα 7.25 στα 6.75 μέτρα την τριετία 1995-97. Η αλλαγή αυτή έφερε μια έκρηξη στις προσπάθειες των ομάδων από μακρινή απόσταση (16 ανά παιχνίδι / 20% επί των συνολικών προσπαθειών εντός πεδιάς) και, παρά την επιστροφή της γραμμής στα 7.25 το 1998, ο μέσος όρος προσπαθειών δε θα έπεφτε ποτέ ξανά κάτω από τις 10 ανά παιχνίδι. Ταυτόχρονα οι μικρότερες αποστάσεις σε συνδυασμό με τη συνέχιση της μείωσης του ρυθμού αγώνα (91.6 κατοχές ανά ομάδα) διευκόλυναν της προσπάθειες της άμυνας, με αποτέλεσμα η μέση ομαδική παραγωγικότητα να πέσει για πρώτη φορά κάτω από τους 100 πόντους το 1996 (99.5).

Η δεύτερη σημαντική αλλαγή στο πρωτάθλημα ήταν η επέκταση του NBA στον Καναδά με την προσθήκη δύο νέων franchises (Toronto Raptors & Vancouver Grizzlies), γεγονός που συνέβαλλε στη μεγαλύτερη διασπορά του ταλέντου και στην ύπαρξη περισσότερων μέτριων (ή και κάτω του μετρίου) ομάδων.

Τέλος, το τρίτο γεγονός που καθόρισε αποφασιστικά τις εξελίξεις ήταν το lockdown στο επαγγελματικό baseball και η επιστροφή του Michael Jordan στα παρκέ. Ο «Air» γύρισε σε μια λίγκα με πιο πολλές κακές ομάδες, ευκολότερη αμυντική προσαρμογή, κοντινότερο τρίποντο και ρυθμό αγώνα που ευνοούσε απόλυτα ένα σύνολο με αρκετά χιλιόμετρα στην πλάτη του όπως αυτό των Bulls (30.9 έτη ο μέσος όρος ηλικίας των 9 παικτών με τη μεγαλύτερη συμμετοχή).

CHAPTER V: THE BULLS EFFECT (Pt.2)

Οι πρώτες δύο σεζόν του δεύτερου «3Peat» των Bulls αποτελούν μια από τις πιο dominant διετίες ομάδας στην ιστορία της λίγκας. Το σύνολο του Phil Jackson έφτασε το συνδυασμό αποτελεσματικότητας – παραγωγικότητας στην απόλυτη έκφανσή του, δίνοντας ταυτόχρονα σεμινάριο για το πως επιβάλλει μια ομάδα το ρυθμό της σε κάθε αντίπαλο (141 – 23 συνολικό ρεκόρ κανονικής περιόδου). Οι «Ταύροι» αν και έπαιζαν σε πολύ χαμηλό τέμπο (90.6 κατοχές ανά παιχνίδι / 18οι) είχαν μακράν το μεγαλύτερο +/- της διετίας (+12.7 πόντοι η μέση διαφορά τους), ήταν η καλύτερη επίθεση στο πρωτάθλημα (104.2 πόντους ανά παιχνίδι) έχοντας εξαιρετικό efficiency εντός πεδιάς (47.6% / 6οι) αλλά και έξω από τα 6.75 (4οι σε ευστοχία στα τρίποντα με 38.8% σε 16.8 προσπάθειες), ενώ ταυτόχρονα επιδείκνυαν εξαιρετική κυκλοφορία της μπάλας (25.5 assist ανά παιχνίδι / 4οι) και συγκέντρωση (13.9 λάθη / 3οι).

Με τον MJ να έχει χάσει μέρος της αθλητικότητας που είχε στις αρχές της δεκαετίας, οι Bulls δεν επιτίθονταν στο καλάθι με τον ίδιο ρυθμό (20.8% το ποσοστό των ελευθέρων βολών τους σε σχέση με τις προσπάθειες εντός πεδιάς / 27οι) και εδώ φάνηκε η αξία του ρίσκου της απόκτησης του Dennis Rodman. Τα μακρινά σουτ συνήθως καταλήγουν σε μακρινές διεκδικήσιμες μπάλες και ο εκκεντρικός forward ήταν ο καλύτερος στην ιστορία σε αυτό τον τομέα, προσθέτοντας στην εξίσωση και την εξαιρετική ικανότητά του στην άμυνα. Η προσθήκη του «Worm» βοήθησε τους Bulls να τερματίσουν τρίτοι στη λίστα αυτής της διετίας στα rebounds (44.9 ανά παιχνίδι), τέταρτοι σε συνολικό παθητικό (92.6 ανά παιχνίδι), τέταρτοι σε ποσοστό ευστοχίας αντιπάλων στο τρίποντο (34.3%), έκτοι σε ποσοστό ευστοχίας αντιπάλων εντός πεδιάς (44.2%) πέμπτοι στα κλεψίματα (8.9 ανά παιχνίδι) και έβδομοι στα λάθη αντιπάλων (16.5 ανά παιχνίδι) και όλα αυτά οδηγώντας πολύ δύσκολα την επίθεση στη γραμμή των βολών (22.9 προσπάθειες ανά παιχνίδι / 4οι).

Το 1998, τη χρονιά του «Τελευταίου Χορού», οι τεταμένες σχέσεις εντός ομάδας και οι απουσίες βασικών παικτών ανάγκασαν τους Bulls να ρίξουν κι άλλο το ρυθμό τους (89 κατοχές ανά παιχνίδι / 22οι). Αυτό είχε σα συνέπεια την πτώση της επιθετικής τους παραγωγικότητας (96.7 πόντοι ανά παιχνίδι / 9οι), αλλά όχι και την απώλεια της φιλοσοφίας του αλτρουισμού (23.8 assists ανά παιχνίδι / 7οι) και της απόλυτης προσήλωσης στο στόχο (14.4 λάθη ανά παιχνίδι / 6οι) που δεν ήταν άλλος από ένα καλό πλασάρισμα για την post season.

Μπορεί επιθετικά να μην έβγαζαν μάτια, στο κομμάτι της άμυνας όμως παρέμεναν μια εκ των κορυφαίων ομάδων του NBA. Δέχονταν μόλις 89.6 πόντους (3οι), ήταν δεύτεροι σε συνολικά rebounds (44.9), τέταρτοι σε ποσοστά ευστοχίας αντιπάλων σε προσπάθειες εντός πεδιάς (43.1%) και τρίποντα (32.2%) και δέκατοι σε κλεψίματα (8.5), καταφέρνοντας να είναι πάλι τρίτοι σε +/- (+7.9 πόντοι μέση διαφορά).

Μεγάλος πρωταγωνιστής φυσικά και σε αυτή την τριλογία τίτλων ήταν ο Michael Jordan που δεν έχασε κανέναν ματς σε αυτό το διάστημα, αγωνιζόμενος 38.1 λεπτά κατά μέσο όρο στην regular season και 41.5 στα playoffs. Στην κανονική περίοδο είχε 29.6 πόντους με 48.2% ποσοστό εντός πεδιάς και 34.6% στο τρίποντο, 6.1 rebounds, 4.0 assists, 1.9 κλεψίματα, 2.2 λάθη, με το 33.4% των plays να περνάει από τα χέρια του και PER 27.5. Ως συνήθως στα playoffs παρουσιάστηκε ακόμη καλύτερος έχοντας 31.4 πόντους με 45.9% εντός πεδιάς και 30% στο τρίποντο, 6 rebounds, 4.7 assists, 1.6 κλεψίματα, 2.3 λάθη, Usage Rate 35% και PER 27.3.

Οι παραπάνω επιδόσεις του επέτρεψαν να προσθέσει στο παλμαρέ του άλλα δύο regular season MVPs (96 & 98), τρία Finals MVPs, τρεις συμμετοχές στην καλύτερη πεντάδα της λίγκας αλλά και στην καλύτερη αμυντική πεντάδα και να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της τριετίας και πρώτος σε Usage Rate. Με αυτόν τον τρόπο μεγάλωσε ακόμα περισσότερο την απόσταση που τον χώριζε από τους ανταγωνιστές του για τον τίτλο του καλύτερου παίκτη της λίγκας αλλά και της ιστορίας του αθλήματος.

CHAPTER VII: THE NEW MILLENIUM

Ο ερχομός της νέας χιλιετίας και τα 15 πρώτα έτη της έφεραν πολλές αλλαγές σε κάθε τομέα της ζωής και φυσικά στο χώρο του NBA. Η αυτοκρατορία των Bulls διαλύθηκε, η εκκολαπτόμενη δυναστεία των Lakers κατέρρευσε εκ των έσω υπό το βάρος των προσδοκιών της, ο «δρόμος των Spurs» θεμελιώθηκε ως μοντέλο επιτυχίας και σταθερότητας, οι Pistons τελείωσαν ξανά μια εποχή των Lakers, οι Celtics πήραν μια μικρή γεύση από τις ένδοξες μέρες των 80s, ο Kobe έφερε το «Mamba mentality» στην κορυφή και οι «Big 3» του Miami επισημοποίησαν την ενθρόνιση του «King James».

Ακόμα και μέσα σε αυτή τη δαιδαλώδη διαδρομή των ετών όμως υπήρξε κάτι που έμεινε αναλλοίωτο: το παιχνίδι. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 10, οι Bulls θα μπορούσαν να τοποθετηθούν τυχαία σε μια σεζόν της λίγκας και να αποτελούν αυτόματα αδιαφιλονίκητο φαβορί για τον τίτλο.

Στο διάστημα από το 2000 μέχρι το 2014 ο μέσος αριθμός ομαδικών κατοχών ήταν 91.6 ανά παιχνίδι, με το πρωτάθλημα να είναι «ταχύτερο» τη σεζόν 99-00 (93.1) και τη σεζόν 03-04 να ισοφαρίζεται η τρίτη χαμηλότερη επίδοση όλων των εποχών σε αυτό τον τομέα (90.1). Οι ομάδες κατά μέσο όρο σκόραραν 97.4 πόντους επιχειρώντας 80.9 σουτ εντός πεδιάς και 16.5 τρίποντα, με 45.1% και 35.6% αντίστοιχα ποσοστά ευστοχίας. Το μέσο ποσοστό επιθετικών προσπαθειών που κατέληξαν σε βολές ήταν 27.8% και η κυκλοφορία της μπάλας έκλινε περισσότερο προς το isolation game των 70s (21.5 assists / 1 ανά 4.3 κατοχές).

Οι Bulls στις χρονιές των έξι τίτλων τους είχαν μέσο όρο 105 πόντους σε 91.6 κατοχές ανά παιχνίδι, έπαιρναν 85.6 προσπάθειες εντός πεδιάς με 48.4% και 10.7 τρίποντα με 35.6% ποσοστά ευστοχίας, κέρδιζαν βολές στο 28.6% των προσπαθειών τους και μοιράζονταν 25.9 assists ανά παιχνίδι (1 ανά 3.3 κατοχές).

Η ανάγνωση των αριθμών οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο Michael Jordan και η παρέα του θα είχαν μεγάλες πιθανότητες να βγουν νικητές σε κάθε πιθανό match up αυτής της περιόδου, καθώς το παιχνίδι θα παιζόταν με τους δικούς τους όρους. Ο ρυθμός θα ήταν στα μέτρα τους, θα σούταραν πιο αποδοτικά, θα πάσαραν καλύτερα και θα σκόραραν περισσότερο ακόμα κι αν εκτελούσαν λιγότερες βολές.

Επίσης η διαφορά στον αριθμό των τριπόντων δεν είναι ενδεικτική, καθώς στο δεύτερο «3Peat» τους οι Bulls σούταραν 15.1 ανά παιχνίδι με 37.5% ευστοχία. Υπάρχει πάντα ο αστερίσκος της μικρότερης απόστασης του σουτ, αλλά η μπασκετική ευφυία των Bulls σε συνδυασμό με την εξαιρετική τους άμυνα θα τους επέτρεπαν να βρουν μια ισορροπία ελέγχου του ρυθμού και λίγο περισσότερων σουτ τριών πόντων για να ανταπεξέλθουν.

Για μια δεκαπενταετία η κοινότητα των προπονητών ασπάστηκε το μπασκετικό δόγμα των Bulls, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων. Η πιο τρανταχτή από αυτές ακούει στο όνομα Mike D’ Antoni. Οι Suns της προηγούμενης δεκαετίας, με τον περίφημο κανόνα για σουτ σε «seven seconds or less» και οι Rockets της διετίας 12-14, ήταν οι απόλυτες μετουσιώσεις του οράματος ενός coach που πρέσβευε το πολύ γρήγορο μπάσκετ δίχως θηριώδεις centers, με τα μόνα σουτ που αξίζουν να είναι το κάρφωμα – lay-up ή το τρίποντο.

Παρά το εξαιρετικό θέαμα που προσέφεραν οι ομάδες του δεν κεφαλαιοποίησαν σε τίτλους τις ευκαιρίες τους και έτσι πάντα αντιμετωπίζονταν σαν αποτυχημένα πειράματα. Όλα αυτά βέβαια άλλαξαν τη στιγμή που στο San Francisco, η ελευθερία και η δημιουργικότητα της Bay Area συνδυάστηκαν με τη μαθηματική και «φουτουριστική» λογική της Silicon Valley, δημιουργώντας την επόμενη κραταιά μπασκετική επανάσταση.

CHAPTER VII: THE WARRIORS’ EFFECT

Ο απογαλακτισμός του αθλήματος από τους Bulls ξεκίνησε στους τελικούς του 2014, όταν οι Spurs, με ένα τρόπο παιχνιδιού που άγγιζε το τέλειο, διέσυραν τους Heat και κατέκτησαν το πέμπτο τους πρωτάθλημα. Η ασταμάτητη κυκλοφορία της μπάλας, η συνεχής απειλή έξω από τα 7.25 και η στόχευση της επίθεσης στη δημιουργία συνεχούς αμυντικής ανισορροπίας, ήταν η μακέτα πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο Steve Kerr (ο συνδετικός κρίκος των δύο δυναστειών) για να χτίσει την αυτοκρατορία των Warriors.

Έχοντας στη διάθεσή του δύο από τους καλύτερους σουτέρ στην ιστορία της λίγκας στα πρόσωπα των «Splash Brothers», Steph Curry και Κlay Thompson, την εκδοχή του Charles Barkley για τη νέα χιλιετία στο πρόσωπο του Draymond Green και το διαχρονικό ταλέντο του Kevin Durant να προστίθεται στην πορεία, ο Kerr έβαλε φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα μεγαλείου της ομάδας του στην ιστορία του NBA.

Η τετραετία 2015 – 2018 βρίσκει τη λίγκα να αλλάζει τέμπο (95.6 κατοχές ανά παιχνίδι), με την ανοδική πορεία να συνεχίζεται μέχρι και σήμερα (100 κατοχές ανά παιχνίδι την σεζόν 18-19). Οι ομάδες σκόραραν 103.7 πόντους, επιχειρώντας 84.9 προσπάθειες για σουτ εντός πεδιάς με 45.5% ποσοστό ευστοχίας και μοιράζοντας 22.5 assists ανά παιχνίδι (1 ανά 4.2 κατοχές). Με εξαίρεση το μέσο όρο πόντων που έχει να εμφανιστεί από τις αρχές της δεκαετίας του 80, όλα τα παραπάνω νούμερα αντιδιαστέλλονται με το μπάσκετ των πρώτων ετών των 90s. Η ειδοποιός διαφορά όμως του τρόπου παιχνιδιού στην εποχή της κυριαρχίας των «Πολεμιστών» ήταν το τρίποντο.

Από τη σεζόν 14-15 το σουτ πίσω από τη γραμμή των 7.25 εξελίχθηκε στο βασικό όπλο κάθε ομάδας, με το μέσο όρο προσπαθειών να φτάνει τις 25.6 ανά παιχνίδι (16.5 από το 2000 μέχρι το 2014), με αποκορύφωμα τις 32 ανά παιχνίδι την περυσινή χρονιά. Ταυτόχρονα η απομάκρυνση των παικτών από το καλάθι έφερε την πτώση στις προσπάθειες για ελεύθερες βολές (26.8% των προσπαθειών εντός πεδιάς κατέληγαν σε βολές / μικρότερο ποσοστό από τη σεζόν 1973-74).

Όπως συμβαίνει με κάθε ομάδα που σφραγίζει μια εποχή, οι Warriors ανάγκασαν τη λίγκα να προσαρμοστεί σε αυτούς καθώς το μπάσκετ που έπαιζαν φαινόταν να έρχεται από άλλο πλανήτη. Στα τέσσερα αυτά χρόνια είχαν 99.3 κατοχές ανά παιχνίδι με μέσο όρο 113.6 πόντων (1οι) μοιράζονταν 29 assists (1οι), επιχειρούσαν 86.6 προσπάθειες εντός πεδιάς και 29.7 τρίποντα με ποσοστά ευστοχίας 49.1% (1οι) και 39.7% (1οι) αντίστοιχα, ενώ πήγαιναν λίγες φορές στη γραμμή του φάουλ (24.7% των προσπαθειών τους κατέληγε σε βολές). Με απλά λόγια, η ομάδα του Bay Area έπαιζε σε άλλο ρυθμό σκοράροντας περισσότερο και με μεγαλύτερη ευστοχία και αποτελεσματικότητα, όντας ταυτόχρονα και η πιο ομαδική.

Όπως και οι Bulls της διετίας 96-97 έτσι και οι Warriors των σεζόν 14-15 και 15-16 προσέφεραν στο φιλοθεάμον κοινό μια περίοδο κυριαρχίας μοναδική στην ιστορία. Σε αυτό το διάστημα είχαν ρεκόρ 140-24 σκοράροντας 11.1 πόντους ανά παιχνίδι πάνω από το μέσο όρο του πρωταθλήματος (112.5 / 101.4 για τη λίγκα) με τέσσερις περισσότερες κατοχές (98.8 / 94.9 για τη λίγκα), επιχειρούσαν έξι παραπάνω προσπάθειες τριών πόντων με 5.2% καλύτερο ποσοστό ευστοχίας (29.3 – 40.7% / 23.3 – 35.2% για τη λίγκα), μοιράζοντας ταυτόχρονα έξι assists περισσότερες (28.2 – 22.2 για τη λίγκα).

Με πέντε σερί συμμετοχές σε τελικούς και τρεις κατακτήσεις οι Golden State Warriors αποτελούν αναμφισβήτητα μια ομάδα που θα μείνει στην ιστορία και η επιρροή της θα αποτελεί το σημείο μηδέν για τη μορφή του μπάσκετ στον 21ου αιώνα.

CHAPTER VIII: 72-10 vs. 73-9

Ένα ακόμα σημείο αναφοράς, αλλά και μέτρο σύγκρισης, των δύο δυναστειών είναι το γεγονός πως είναι οι μόνες που έχουν ξεπεράσει τις 70 νίκες σε μία σεζόν, έχοντας ταυτόχρονα μέσο όρο 70+ νίκες στις διετίες του peak τους.

Οι 72 νίκες των Bulls το 1996 έσπασαν το «στοιχειωμένο» ρεκόρ των 69 νικών που ανήκε στους Lakers του 1972. Η ομάδα του Chicago έπαιζε σε πολύ ελεγχόμενο ρυθμό (91.1 κατοχές / 19η), δε χρησιμοποιούσε πολύ το τρίποντο (19.6% των εντός πεδιάς προσπαθειών της ήταν για τρεις πόντους / 17η), πήγαινε λίγο στις βολές (29.1% των προσπαθειών για σουτ κατέληγαν σε βολές / 28η) και δεν είχε τον παίκτη – φόβητρο εντός ρακέτας (4.2 κοψίματα ανά παιχνίδι / 21η).

Παρ’ όλα αυτά ήταν πρώτη σε πόντους (105.2) και +/- (+13.4) σουτάροντας με 47.8% (3η), πέμπτη σε assists (24.8), τρίτη σε κλεψίματα (9.1) και τέταρτη σε rebounds (44.6) και λάθη (14.3). Ταυτόχρονα στην άμυνα οι Bulls δέχονταν λίγους πόντους (92.9 / 3οι), ωθώντας τους αντιπάλους τους σε isolation game (19.4 assists αντιπάλων / 1οι) με κακές επιλογές (44.8% ποσοστό εντός πεδιάς αντιπάλων / 8οι) και πολλά λάθη (17.1 λάθη αντιπάλων / 3οι).

Στο τέλος της χρονιάς προσέθεσαν ένα ακόμα πρωτάθλημα στο παλμαρέ τους έχοντας στις τάξεις τους τον MVP της regular season, των τελικών και του All Star Game (Jordan), τον καλύτερο έκτο παίκτη (Kukoc), τον Coach της χρονιάς (Phil Jackson), τον πρώτο σκόρερ (Jordan), τον πρώτο rebounder (Rodman), τον δεύτερο σε ποσοστό ευστοχίας στα τρίποντα (Kerr), δύο παίκτες στην καλύτερη πεντάδα (Jordan – Pippen) και τρεις στην καλύτερη αμυντική πεντάδα (Jordan – Pippen – Rodman). Με λίγα λόγια: απόλυτη κυριαρχία!

Οι Warriors του 2016 από την πλευρά τους ήταν δεύτεροι σε ομαδικές κατοχές (99.3), πρώτοι στο σκοράρισμα (114.9 πόντοι) σουτάροντας λίγες βολές (25% των προσπαθειών τους κατέληξαν σε βολές / 25οι), πρώτοι σε ποσοστό ευστοχίας εντός πεδιάς (48.7%) και τρίποντα (41.6%), πρώτοι σε προσπάθειες έξω από τα 7.25 (31.6), είχαν την καλύτερη κυκλοφορία μπάλας (28.9 assists / 1οι), ήταν δεύτεροι σε +/- (10.7 πόντοι), τέταρτοι σε rebounds (46.2) και έκτοι σε λάθη (15.2).

Στην άμυνα οδηγούσαν τους αντιπάλους τους σε κακές επιλογές (43.5% ευστοχία αντιπάλων εντός πεδιάς – 3οι / 33.2% ευστοχία αντιπάλων στα τρίποντα / 2οι) και τερμάτισαν στη δεκάδα της λίγκας σε κοψίματα (6.1 / 2οι) και κλεψίματα (8.4 / 9οι), παρ’ όλα αυτά δεν αποτελούσαν φόβητρο για την επίθεση στο βαθμό που το έκαναν οι «Ταύροι». Η λήξη της χρονιάς τους βρήκε 14ους σε παθητικό (104.1 πόντοι) και 15ους σε λάθη αντιπάλων (14.5,) ενώ οδηγούσαν πολύ συχνά τους επιτιθέμενους στις βολές, δείγμα κακής ατομικής άμυνας (24.5 ανά παιχνίδι / 23οι).

Αν και έγραψαν ιστορία στη regular season με τις 73 νίκες τους, στα playoffs βρέθηκαν στην άλλη πλευρά του νομίσματος καθώς έγιναν η πρώτη ομάδα που έχασε τον τίτλο ενώ προηγήθηκε με 3-1 σε σειρά τελικών. Η ολοκλήρωση της σεζόν τους βρήκε να έχουν στις τάξεις τους τον κορυφαίο σε σκοράρισμα (30.1 πόντους), ποσοστό ευστοχίας στις βολές (90.7%), κλεψίματα (2.1 ανά παιχνίδι), PER (31.5) και πρώτο στην ιστορία παμψηφεί MVP της regular season (Curry), τον Coach της χρονιάς (Kerr), το νικητή αλλά και τον φιναλίστ του διαγωνισμού τριπόντων στο All Star Game (Curry – Thompson), ένα παίκτη σε κάθε μία από τις τρεις καλύτερες πεντάδες της λίγκας (Curry 1st – Green 2nd – Thompson 3rd) και ένα παίκτη στην καλύτερη αμυντική πεντάδα (Green).

Λαμβάνοντας υπ’ όψη τη στατιστική κυριαρχία, την αδιαμφισβήτητη επιρροή στο παιχνίδι και τα δαχτυλίδια πρωταθλητή που επιβεβαίωσαν τις δύο παραπάνω παραμέτρους, είναι ξεκάθαρο πως, την τελευταία τριακονταετία, οι μόνες ομάδες που θα δικαιούνταν να αναμετρηθούν για τον τίτλο της καλύτερης όλων των εποχών είναι οι Bulls των 90s και οι Warriors των late 10s.

CHAPTER IX: CLASH OF THE DYNASTIES

Με δεδομένα τα πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά των δύο δυναστειών μια αναμέτρηση μεταξύ τους θα καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από δύο παράγοντες: 1. Ποια ομάδα θα επέβαλλε το ρυθμό της στον αγώνα και 2. Τους κανονισμούς με τους οποίους αυτός θα διεξαγόταν.

Οι Bulls ήταν μια ομάδα που επιτιθόταν κατά κύριο λόγο από το low post φέρνοντας με αυτό τον τρόπο το ρυθμό του παιχνιδιού στα μέτρα της. Με το παιχνίδι σε τέμπο μάξιμουμ 93 κατοχών, τα ψηλά guards των «Ταύρων» θα εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα αθλητικά τους προσόντα μεταφέροντας το παιχνίδι κοντά στο καλάθι και φθείροντας παράλληλα τους αμυντικούς των αντιπάλων τους. Ταυτόχρονα, σε ένα τέτοιο ρυθμό ο αριθμός των σουτ τριών πόντων θα ήταν πολύ μικρότερος και κάθε χαμένο σουτ θα ζύγιζε διπλά όσον αφορά στην ψυχολογία των σουτέρ των αντιπάλων αλλά και στο τελικό αποτέλεσμα.

Στην άμυνα από την άλλη, η είσοδος του Kukoc στην πεντάδα θα ισορροπούσε τα matchups απέναντι στο «lineup of death» των Warriors, με τον Harper απέναντι στον Curry, τον Jordan να κυνηγά τον Thompson, τον Kukoc κόντρα στον Iguodala, τον Pippen να ακολουθεί τον Durant και τον Rodman να διαγωνίζεται με τον Green για το ποιός θα αποβληθεί πρώτος με δύο τεχνικές ποινές. Με το παιχνίδι σε αυτό το ρυθμό οι Bulls θα ήταν πάντα μέσα στη διεκδίκηση της νίκης και στα κρίσιμα λεπτά θα είχαν τον καλύτερο παίκτη στην ιστορία της λίγκας σε τέτοιες καταστάσεις για να τελειώσει τη δουλειά.

Με τους Warriors στο τιμόνι του αγώνα ο ρυθμός θα μεταφερόταν κοντά στις 100 κατοχές και εκεί η ομάδα του Chicago θα είχε πρόβλημα. Οι «Πολεμιστές» με αυτό τον τρόπο θα εκμεταλλεύονταν τα εξαιρετικά ποσοστά τους στα σουτ τριών πόντων και θα δημιουργούσαν ευκολότερα το χάος στο αμυντικό transition μέσα από το οποίο βρίσκουν την ευκαιρία να εκτελούν με εξαιρετικές προϋποθέσεις, κάνοντας κάθε προβάδισμα του αντιπάλου τους διαχειρίσιμο. Ταυτόχρονα το ταλέντο τους στο μακρινό σουτ θα μετέτρεπε την πιεστική άμυνα σε όλο το γήπεδο των αντιπάλων τους σε αχίλλειο πτέρνα, καθώς δε θα είχαν πρόβλημα να την τιμωρήσουν με ασταμάτητα τρίποντα.

Ακόμα και αν αμυντικά αντιμετώπιζαν δυσκολίες στο να σταματήσουν την επίθεση των αντιπάλων τους, ένας αγώνας σε μορφή «shootout» θα τους ευνοούσε ξεκάθαρα καθώς ο έξτρα πόντος έξω από τα 7.25 θα τους είχε πάντα σε επαφή με το σκορ και κατ’ επέκταση τη νίκη. Επίσης, σε αντίθεση με τους Bulls, η ομάδα του San Francisco θα μπορούσε να πιέσει το αντίπαλό της σε όλο το γήπεδο και να μην «αιμορραγήσει» ανεπανόρθωτα από το σκοράρισμα του.

Πέρα από το ρυθμό του παιχνιδιού μεγαλύτερη ίσως επιρροή στο τελικό αποτέλεσμα θα έπαιζαν αναμφισβήτητα οι κανόνες με τους οποίους αυτό θα διεξαγόταν.

Τα 90s ήταν μια εποχή που οι άμυνες μπορούσαν να είναι πιο «σκληρές», το hand checking επέτρεπε στους περιφερειακούς αμυντικούς να ελέγξουν καλύτερα τον αντίπαλό τους και το αντίδοτο για ένα drive προς το καλάθι είχε το όνομα «no lay-up rule». Η άμυνα ζώνης τιμωρούνταν με τεχνική ποινή κι έτσι οι προπονητές δε μπορούσαν να αφήσουν αμαρκάριστο κάποιο κακό σκόρερ για να προσαρμοστούν στους πιο επικίνδυνους παίκτες του αντιπάλου, έχοντας μόνο το double team ως εργαλείο για να αποσυντονίσουν την επίθεση. Το γεγονός αυτό επέτρεπε στο Rodman να παίζει ακόμα και στο τέλος του αγώνα παρά το ότι δεν απειλούσε και ήταν κάκιστος στις βολές και ταυτόχρονα μετέτρεπε ένα star με καλή πάσα σε μη αντιμετωπίσιμο αντίπαλο.

Μία ακόμα πολύ σημαντική παράμετρος ήταν η φιλοσοφία όσον αφορά στα flagrant και τα clear path fouls. Ένα μεγάλο κομμάτι των φάουλ που χαρακτηρίζονται αντιαθλητικά σήμερα στη δεκαετία του 90s θα ήταν απλά φάουλ και η αφαίρεση αυτής της έξτρα κατοχής θα έπαιζε τεράστιο ρόλο, ενώ οι ομάδες μπορούσαν με κάθε τρόπο να σταματήσουν τον αντίπαλο αιφνιδιασμό (τράβηγμα φανέλας, φάουλ δίχως καμία πρόθεση για τη μπάλα κ.α.) μειώνοντας κι άλλο το ρυθμό του ματς.

Τέλος, μια πρόσφατη αλλαγή κανόνων που επίσης θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ρυθμό είναι το χρονόμετρο των 24 δευτερολέπτων. Από το 2018, μετά από κάποιο φάουλ ή μετά από επιθετικό rebound η ανανέωση του χρονομέτρου γίνεται στα 14 και όχι στα 24 δευτερόλεπτα, γεγονός που αλλάζει αυτόματα την τακτική των ομάδων και το ρυθμό του αγώνα. Στα 90s η ανανέωση ήταν πάντα στα 24 δευτερόλεπτα δίνοντας την ευκαιρία σε μια ομάδα που προπορεύεται να «φάει» χρόνο με αργές επιθέσεις, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολο ένα πιθανό comeback.

Με τους παλιούς κανόνες λοιπόν, η πλάστιγγα θα έγερνε φανερά υπέρ των Bulls, καθώς οι περιφερειακοί των Warriors θα έπρεπε να ανταποκριθούν σε περισσότερο physical game απ’ ό,τι σήμερα, η δεδομένη αδυναμία τους σε άμυνα 1 on 1 δε θα μπορούσε να κρυφτεί από μια άμυνα ζώνης και πολλές από τις προσπάθειές τους για αιφνιδιασμό θα τελείωναν με ένα σκληρό φάουλ στο κέντρο του γηπέδου. Έτσι οι «Πολεμιστές» θα στερούνταν των γρήγορων αμαρκάριστων σουτ στο transition και θα μετατρέπονταν σε μια ομάδα μισού γηπέδου, άρα και πιο εύκολη λεία για τους αντιπάλους τους.

Από την άλλη, αν η μονομαχία διεξαγόταν με τη διαιτητική φιλοσοφία του μοντέρνου NBA, η τριάδα Curry – Durant – Thompson θα κινούταν ελεύθερα και, ειδικά οι δύο πρώτοι, θα αποτελούσαν άλυτο γρίφο με το συνδυασμό εκπληκτικού χειρισμού της μπάλας και εκτελεστικής δεινότητας που διαθέτουν. Κάθε κλέψιμο ή χαμένο σουτ των Bulls θα ήταν εν δυνάμει είτε τρεις πόντοι στο παθητικό τους, είτε ένα εύκολο lay-up, είτε βολές και η μπάλα στους Warriors με ευκαιρία για έξτρα επίθεση και άλλους τρεις πόντους μετά από ένα clear path foul.

Το low post παιχνίδι επίσης θα αποτελούσε πολυτέλεια, καθώς η άμυνα ζώνης θα το εξουδετέρωνε πολύ εύκολα, ενώ ο Rodman θα έβλεπε τα τελευταία λεπτά των αγώνων από τον πάγκο αφού ο τρόπος παιχνιδιού του θα αποτελούσε τροχοπέδη για την ομάδα του. Η ύπαρξη των Wennington ή Longley στα τελικά σχήματα θα έδινε μια επιθετική λύση αλλά αμυντικά θα γίνονταν εύκολα βορά στις ορέξεις του Draymond Green.

Εν κατακλείδι, οι Warriors αποτελούν τη μοναδική ομάδα που δε μπορεί να συγκριθεί ευθέως με τους Bulls γιατί ουσιαστικά μετέτρεψαν το μπάσκετ σε ένα άλλο άθλημα, αλλάζοντας τα συγκρίσιμα δεδομένα από τώρα και για όσα χρόνια αυτό το αγωνιστικό στυλ θα είναι κραταιό. Με τη μεταβλητή των κανόνων να καθιστά αδύνατη την εξαγωγή απόλυτων συμπερασμάτων, κάθε απόπειρα σύγκρισης μεταξύ των δύο αυτών δυναστειών ουσιαστικά αποτελεί την απόλυτη επιβεβαίωση του κλισέ: «Δε γίνεται να συγκριθούν διαφορετικές εποχές».

CHAPTER X: EPILOGUE

Με το πέρασμα των χρόνων οι μνήμες και τα βιώματα κάθε ανθρώπου αποκτούν μυθικές διαστάσεις μέσα του, φέρνοντάς τον σε συνεχή αντιπαράθεση με τις νεότερες γενιές που χτίζουν σε φρέσκα θεμέλια τους ήρωές τους.

Documentaries όπως το «The Last Dance», πέρα από την ευκαιρία που δίνουν στο νέο αίμα του μπάσκετ να έρθει σε επαφή με την ιστορία του, επιτρέπει και σε όσους αγαπούν το άθλημα να το επανεξετάσουν φιλτράροντάς το μέσα από το φακό του παρόντος, σχηματίζοντας έτσι μια πιο αποκρυσταλλωμένη άποψη για τις αναμνήσεις τους.

Μπορεί διάφορες παράμετροι να καθιστούν τις συγκρίσεις αδόκιμες και τα αποτελέσματα ασαφή, αλλά και μόνο ένα σύντομο ταξίδι 40 ετών στη σύγχρονη ιστορία της λίγκας μπορεί είτε να ενισχύσει τους δεσμούς του οποιουδήποτε fan με το άθλημα, είτε να ανανεώσει την αγάπη κάποιου άλλου γι’ αυτό.

Όσον αφορά στο παραπάνω κείμενο, το καλύτερο αποτέλεσμα για τον γράφοντα δε θα ήταν να καταλήξει σε κάποιο απόλυτα τεκμηριωμένο συμπέρασμα, αλλά να ακούσει τον MJ να του λέει με βλέμμα γεμάτο έπαρση αλλά και ικανοποίηση «We took care of you» μετά τη νίκη των Bulls επί των Warriors στη μάχη για την κατάκτηση της κορυφής της ιστορίας.

https://ggx.gr/article/an-encore-for—the-last-dance–